EleusisDemeterTemple2Τα συννεφάκια μαζεύονταν στον ουρανό, μια λεγεώνα τους έτρεχε ανατολικά να ενωθεί με τη στρατιά που σχηματιζόταν κι'όλας στη γραμμή των λόφων.

Πάνω από τα δυτικά βουνά τα αχαμνά γκρίζα σύννεφα του Κορινθιακού έρχονταν τρεχάλα. Ο άνεμος σηκώθηκε με βοή και αναστέναζε μέσα στα κλαδιά των πεύκων και του ελαιώνα. Η Λίμνη είχε πάρει το γκριζοπράσινο χρώμα του φοβισμένου, ασυνήθιστη μετά από οκτώ μήνες ηρεμίας του καλοκαιριού.

Ο Μήτσος, το αυτοκίνητο μου, κατηφόριζε αργά τον έρημο δρόμο, σήκωνε συχνά το κεφάλι του και απολάμβανε τη δροσερή γλυκιά μυρουδιά της βροχής που ερχόταν.

Το ιππικό των σύννεφων είχε επελάσει αρκετά και μια πελώρια μαύρη φάλαγγα προχωρούσε αργά κατά δω από τη θάλασσα με μπουμπουνητό βροντής.

rainstorm3Ο Μήτσος αναριγούσε από ευχαρίστηση περιμένοντας τη βιαιότητα της μπόρας.
Κι' ύστερα άρχισε η βροχή, χοντρές αργές σταλαγματιές πλατάγιζαν πάνω στα φύλα. Οι βροντές κυλούσαν σαν κάρα στον ουρανό. Οι σταλαγματιές έγιναν μικρότερες και πιο πυκνές, σκίζανε τον αέρα και σφυρίζανε μέσα στα δέντρα.

Ο Μήτσος γυάλιζε απ΄το νερό της βροχής ευχαριστημένος που επιτέλους απαλλασσόταν από τη καλοκαιρινή σκόνη, κι οι κορμοί όλων των δέντρων θαμπογυαλίζανε. Αφήνοντας ο Μήτσος την άσφαλτο, έστριψε αριστερά στον ανηφορικό χωματόδρομο αναζητώντας το στάβλο του.

Η μυρωδιά της βρεγμένης γης και της ρητίνης του πευκοδάσους σου άνοιγαν την όρεξη, ενώ τα σύννεφα κυλάγανε πίσω σου από τα δυτικά στα ανατολικά σαν μια μάλλινη γκρίζα κουρτίνα, κι ο ήλιος που έγερνε σπιθοβολούσε πάνω στα βρεγμένα φύλα, λαμποκοπούσε πάνω στο καπό του Μήτσου και γυάλιζε στις σταγόνες που μένανε στη καρδιά των αγριολούλουδων. Μπαίνοντας ο Μήτσος στο κτήμα ποδοπάτησε το μαλακό χώμα και μουγκρίζοντας χαρούμενα μπήκε στο στάβλο του λέγοντας μου.

«Και λες ότι είναι τα πρώτα σου πρωτοβρόχια? Καλά δεν έχεις ξαναδεί άλλα. Πέρασες τα εξήντα σου και είναι τα πρώτα σου πρωτοβρόχια που βλέπεις?»

« ‘Όχι τα δεύτερα, τα πρώτα-πρώτα τα έζησα στην Ελευσίνα. Το σπίτι μας απείχε 100 μέτρα από τα αρχαία κι'εγώ κάθε μέρα τα απογεύματα πήγαινα και έπαιζα στα αρχαία της Ελευσίνας, Τότε ήταν ξέφραγο αμπέλι, ούτε φύλακες ούτε περιορισμοί. Οκτάχρονο αγόρι τότε, μου άρεσε αυτός ο τόπος. Τα σπασμένα κάτασπρα μάρμαρα, υπόγειες στοές, διάδρομοι που οδηγούσαν στο πουθενά, αλλά με λίγη φαντασία έφτανες .........

Έτσι όπως και τώρα τα συννεφάκια άρχισαν να μαζεύονται σιγά σιγά να σκοτεινιάζει, τα μάρμαρα να γίνονται γκρίζα, κεραυνοί άρχισαν να μουγκρίζουν, ξαφνικός δυνατός αέρας σήκωσε σύννεφα σκόνης.

Εγώ αιφνιδιασμένος από το ξαφνικό μπουρίνι τα έχασα, το μόνο που σκεπτόμουν ήταν να τρέξω να φύγω.

Σε δευτερόλεπτα οι χοντρές ψιχάλες σαν μαστίγιο κτύπησαν το σώμα μου αναγκάζοντας με να τρέξω να προφυλαχτώ σε μια εσοχή κοντινής σπηλιάς. Εκεί ένοιωσα καλύτερα και ασφαλέστερα όταν, άκουσα μια φωνή, Η φωνή αυτή δεν κατάλαβα τότε από πού ερχόταν, από το βάθος της σπηλιάς από τα σπασμένα αγάλματα από μέσα μου από το υποσυνείδητο η από εμπειρίες παλαιών μετενσαρκώσεων, όπως νομίζω τώρα.


Γνώθι εαυτόν
Μάθε τι είσαι, ποιος είσαι,
από που ήρθες και που πας,
τι θέλεις ,τι ψάχνεις,
τι σε κάνει χαρούμενο και τι όχι.
Ερεύνα και πίστευε και θα σε βοηθήσει
να βρεις την ατραπό της αλήθειας
τη φώτιση και την ελευθερία.
Τίποτα το τυχαίο,
πάντοτε υπάρχει και μια εξήγηση
σε οποιοδήποτε άγνωστο φαινόμενο
και πάντα υπάρχει μια λύση
σε οποιοδήποτε πρόβλημα».
Βρες την ατραπό της φώτισης,
Την ατραπό της ελευθερίας.


Και από τότε Μήτσο, χάρη σ' αυτό το «πρώτο μου πρωτοβρόχι» μπήκε μέσα μου ο σπόρος της μάθησης της αλήθειας ξεκινώντας από τη μάθηση του εαυτού μου «Γνώθι εαυτόν» όπως έλεγαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι και με συγχωρείς Μήτσο μου τώρα τρέχω κι' εγώ έξω στη βροχή να βραχώ κι' εγώ λίγο, να μυρίσω το ξεδιψασμένο χώμα, να λασπώσω τα παπούτσια μου γιατί όπως μου έγραφε μία καλή μου φίλη που ζει στην έρημο, ότι εκεί η βροχή δεν προλαβαίνει να φτάσει στο έδαφος μόλις φτάσει εξατμίζεται από τη πολύ ζέστη και το χώμα μένει στεγνό, σαν κάποιος να προσπαθεί να πιει νερό σε τρύπιο ποτήρι.
Άντε γεια σου Μήτσο καλό στέγνωμα και τα ξανάλεμε.

LightAfterTempest2